«Ίχνος»
Σκηνικό:
Ένα ακίνητο κομμάτι ξύλο ξεβρασμένο στην ακτή. Ο αφρός του κύματος το αγκαλιάζει ρυθμικά. Ο ήλιος χαμηλώνει, αφήνοντας μακριές σκιές που σβήνουν πάνω στο νερό.
Πρόσωπα:
- Εγώ
- Η Σκιά
Εγώ:
Σε κοιτάζω και νιώθω ένα βάρος.
Είσαι απλώς ένα κομμάτι ξύλο, ξεβρασμένο από τα κύματα
κι όμως, πάνω σου κουβαλάς τη μνήμη μιας διαδρομής.
Από το δάσος, στη ρίζα της γης, ώσπου η θάλασσα σε πήρε μαζί της.
Τώρα στέκεσαι εδώ, ανάμεσα στη ροή και τη φθορά.
Η Σκιά:
Δεν είμαι απλώς η σκιά του ξύλου.
Είμαι η ηχώ της πορείας του.
Κάθε αυγή με μικραίνει, κάθε δύση με απλώνει
κι όμως, μένω δίπλα του χωρίς να το αγγίζω.
Νιώθω τη σιωπή του σαν ψίθυρο που ταξιδεύει μέσα μου.
Εγώ:
Σαν να λέει: «Ήμουν κάποτε ζωντανό».
Η επιφάνειά του μοιάζει να αναπνέει.
Οι ρωγμές του είναι φλέβες γεμάτες αλμύρα και χρόνο.
Κι εσύ, Σκιά, του χαρίζεις σχήμα ξανά
τον κάνεις να υπάρχει, μέσα στο φως που σβήνει.
Η Σκιά:
Το φως με γεννά, μα το σκοτάδι με θρέφει.
Εγώ υπάρχω για να θυμίζω τα όρια
πού τελειώνει το σώμα, πού αρχίζει η απουσία.
Εσύ φωτογραφίζεις αυτά τα όρια,
μα πες μου… τι θέλεις στ’ αλήθεια να κρατήσεις;
Το ξύλο; Το κύμα; Ή τη στιγμή πριν χαθεί;
Εγώ:
Ίσως θέλω να σταματήσω τη φθορά.
Να κρατήσω τον χρόνο πριν βουλιάξει στη θάλασσα.
Όμως η φωτογραφία δεν είναι σωτηρία, είναι εξομολόγηση.
Μια προσπάθεια να πω: «Υπήρξες. Σε είδα.»
Η Σκιά:
Κι εγώ;
Με βλέπεις, μα ποτέ δεν με φωτογραφίζεις όπως είμαι.
Είμαι πάντα κάτι άλλο, πότε περίγραμμα και πότε ίχνος.
Δεν έχω μορφή δική μου.
Υπάρχω μόνο γιατί υπάρχει το φως
κι εκείνο, μόνο γιατί υπάρχει το σκοτάδι.
Εγώ:
Ίσως αυτό να είναι η ουσία της φωτογραφίας μου.
Να συνομιλώ με ό,τι δεν μπορεί να κρατηθεί.
Να αγγίζω τη σιωπή, τη σκιά, την ανάσα που φεύγει.
Αυτή η εικόνα δεν είναι τεκμήριο, είναι διάλογος.
Διάλογος ανάμεσα στο φως και στο σώμα που αντιστέκεται στο κύμα.
Η Σκιά:
Κι εγώ είμαι η μάρτυρας αυτού του διαλόγου.
Βλέπω το κύμα να αγγίζει το ξύλο χωρίς να το νικά.
Βλέπω τον ουρανό να καθρεφτίζεται πάνω του,
μια ηρεμία αιώνια.
Εγώ:
Όλα χάνονται, Σκιά.
Το ξύλο θα σαπίσει, το κύμα θα το πάρει,
η φωτογραφία θα ξεθωριάσει.
Η Σκιά:
Μα όσο υπάρχει κάποιος που κοιτάζει,
τίποτα δεν χάνεται στ’ αλήθεια.
Η στιγμή είναι η αφήγηση,
κι η εικόνα ο καθρέφτης της.
Εσύ με δημιούργησες,
όπως δημιούργησες και το φως που με γεννά.
Εγώ:
Τότε ας μείνουμε λίγο ακόμη εδώ,
στην άκρη, στο κύμα.
στην αιώνια σιωπή.
Εσύ, εγώ, το ξύλο και η θάλασσα.
Κανείς δεν χρειάζεται να μιλήσει.
Μόνο να αναπνέει η εικόνα.
Η Σκιά:
Ίσως αυτό να είναι η αληθινή φωτογραφία…
όχι αυτό το κάδρο,
αλλά η σιωπή του.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου