Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σκηνικό. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σκηνικό. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Διάλογος με τη Σκιά #2 — «Η Ανάσα»

Σκηνικό:

Ένα παλιό σπίτι, θολό μέσα στην ομίχλη. Τα παράθυρα σφαλισμένα, οι κουρτίνες τραβηγμένες. Έξω, ο δρόμος υγρός από τη βροχή. Κανείς δεν περνά. Μόνο ο αέρας που ψιθυρίζει γύρω από τις στέγες και η μνήμη που ξεθωριάζει μέσα από το τζάμι του χρόνου, ένα σπίτι που "κρατάει την αναπνοή του".

Πρόσωπα:

  • Εγώ
  • Η Σκιά του Σπιτιού



Εγώ:
Σε κοιτάζω πίσω από το τζάμι του αυτοκινήτου.
Περνάω γρήγορα, κι όμως κάτι με σταματά.
Είσαι σαν ανάμνηση που δεν μου ανήκει,
ένα σπίτι που θυμάται, χωρίς να το θυμούνται.

Η Σκιά:
Θυμάμαι εγώ.
Τους ήχους από τα βήματα στο ξύλινο πάτωμα,
το φως που έμπαινε διστακτικά κάθε πρωί από τα παράθυρα.
Ήμουν εκεί όταν γέλασαν, όταν μάλωσαν, όταν έφυγαν.
Εγώ μένω πάντα, εγώ δεν έχω διαφυγή.

Εγώ:
Οι θύρες σου είναι σφαλισμένες.
Το φως δεν σε αγγίζει πια.
Κι όμως, νιώθω ότι μέσα σου υπάρχει ακόμη ζέστη.
Ίσως από τις φωνές που κάποτε γέμιζαν τους τοίχους.

Η Σκιά:
Ζεσταίνομαι από τη μνήμη τους.
Από τα αποτυπώματα που δεν φαίνονται.
Κάθε τοίχος θυμάται ένα χέρι,
κάθε γωνιά μια ανάσα.
Κι εγώ είμαι το άυλο άθροισμα τους,
μια σιωπή που έμαθε να κατοικεί.

Εγώ:
Όταν σε φωτογράφισα, ένιωσα πως υπήρχε κάτι ζωντανό.
Όχι το σπίτι, αλλά την αναπνοή του.
Μήπως αυτό σημαίνει να φωτογραφίζεις;
Να πιάνεις τον παλμό όσων δεν φαίνονται;

Η Σκιά:
Ίσως.
Ίσως η φωτογραφία είναι μια μορφή επιστροφής.
Ένας τρόπος να ξαναφέρεις στο φως ό,τι χάθηκε.
Όμως το φως μπορεί να είναι ευγενικό, αλλά δεν θυμάται.
Η σκιά είναι αυτή που κουβαλά τις μνήμες.

Εγώ:
Κι εσύ, Σκιά, τι φοβάσαι;

Η Σκιά:
Το ξεθώριασμα.
Όταν το φως μ’ αγνοεί και γίνομαι αόρατη.
Και τότε το σπίτι μένει μόνο,
όχι γιατί δεν υπάρχει,
αλλά γιατί κανείς δεν το βλέπει.

Εγώ:
Σε είδα μέσα από το θαμπό τζάμι.
Ίσως να ήμουν κι εγώ ένα φάντασμα που σε κοίταζε.
Κι ίσως, για μια στιγμή,
το βλέμμα μου κι η σιωπή σου έγιναν το ίδιο πράγμα.

Η Σκιά:
Ίσως αυτή να είναι η στιγμή που γεννιέται η φωτογραφία.
Όχι όταν πατάς το κουμπί,
αλλά όταν δύο σιωπές συναντιούνται.

Εγώ:
Κι αν ξαναπεράσω απ’ τον δρόμο αυτό,
θα είσαι ακόμη εδώ;

Η Σκιά:
Θα είμαι,
αν με θυμηθείς.


Κι ο χρόνος δεν περνά, μα αλλάζει θέση στα βλέμματα.


Διάλογος με τη Σκιά #1 — «Ίχνος»

«Ίχνος»

Σκηνικό:
Ένα ακίνητο κομμάτι ξύλο ξεβρασμένο στην ακτή. Ο αφρός του κύματος το αγκαλιάζει ρυθμικά. Ο ήλιος χαμηλώνει, αφήνοντας μακριές σκιές που σβήνουν πάνω στο νερό.

Πρόσωπα:

  • Εγώ
  • Η Σκιά








Εγώ:
Σε κοιτάζω και νιώθω ένα βάρος.
Είσαι απλώς ένα κομμάτι ξύλο, ξεβρασμένο από τα κύματα
κι όμως, πάνω σου κουβαλάς τη μνήμη μιας διαδρομής.
Από το δάσος, στη ρίζα της γης, ώσπου η θάλασσα σε πήρε μαζί της.
Τώρα στέκεσαι εδώ, ανάμεσα στη ροή και τη φθορά.

Η Σκιά:
Δεν είμαι απλώς η σκιά του ξύλου.
Είμαι η ηχώ της πορείας του.
Κάθε αυγή με μικραίνει, κάθε δύση με απλώνει 
κι όμως, μένω δίπλα του χωρίς να το αγγίζω.
Νιώθω τη σιωπή του σαν ψίθυρο που ταξιδεύει μέσα μου.

Εγώ:
Σαν να λέει: «Ήμουν κάποτε ζωντανό».
Η επιφάνειά του μοιάζει να αναπνέει.
Οι ρωγμές του είναι φλέβες γεμάτες αλμύρα και χρόνο.
Κι εσύ, Σκιά, του χαρίζεις σχήμα ξανά 
τον κάνεις να υπάρχει, μέσα στο φως που σβήνει.

Η Σκιά:
Το φως με γεννά, μα το σκοτάδι με θρέφει.
Εγώ υπάρχω για να θυμίζω τα όρια 
πού τελειώνει το σώμα, πού αρχίζει η απουσία.
Εσύ φωτογραφίζεις αυτά τα όρια,
μα πες μου… τι θέλεις στ’ αλήθεια να κρατήσεις;
Το ξύλο; Το κύμα; Ή τη στιγμή πριν χαθεί;

Εγώ:
Ίσως θέλω να σταματήσω τη φθορά.
Να κρατήσω τον χρόνο πριν βουλιάξει στη θάλασσα.
Όμως η φωτογραφία δεν είναι σωτηρία, είναι εξομολόγηση.
Μια προσπάθεια να πω: «Υπήρξες. Σε είδα.»

Η Σκιά:
Κι εγώ;
Με βλέπεις, μα ποτέ δεν με φωτογραφίζεις όπως είμαι.
Είμαι πάντα κάτι άλλο, πότε περίγραμμα και πότε ίχνος.
Δεν έχω μορφή δική μου.
Υπάρχω μόνο γιατί υπάρχει το φως
κι εκείνο, μόνο γιατί υπάρχει το σκοτάδι.

Εγώ:
Ίσως αυτό να είναι η ουσία της φωτογραφίας μου.
Να συνομιλώ με ό,τι δεν μπορεί να κρατηθεί.
Να αγγίζω τη σιωπή, τη σκιά, την ανάσα που φεύγει.
Αυτή η εικόνα δεν είναι τεκμήριο, είναι διάλογος.
Διάλογος ανάμεσα στο φως και στο σώμα που αντιστέκεται στο κύμα.

Η Σκιά:
Κι εγώ είμαι η μάρτυρας αυτού του διαλόγου.
Βλέπω το κύμα να αγγίζει το ξύλο χωρίς να το νικά.
Βλέπω τον ουρανό να καθρεφτίζεται πάνω του,
μια ηρεμία αιώνια.

Εγώ:
Όλα χάνονται, Σκιά.
Το ξύλο θα σαπίσει, το κύμα θα το πάρει,
η φωτογραφία θα ξεθωριάσει.

Η Σκιά:
Μα όσο υπάρχει κάποιος που κοιτάζει,
τίποτα δεν χάνεται στ’ αλήθεια.
Η στιγμή είναι η αφήγηση,
κι η εικόνα ο καθρέφτης της.
Εσύ με δημιούργησες,
όπως δημιούργησες και το φως που με γεννά.

Εγώ:
Τότε ας μείνουμε λίγο ακόμη εδώ,
στην άκρη, στο κύμα.
στην αιώνια σιωπή.
Εσύ, εγώ, το ξύλο και η θάλασσα.
Κανείς δεν χρειάζεται να μιλήσει.
Μόνο να αναπνέει η εικόνα.

Η Σκιά:
Ίσως αυτό να είναι η αληθινή φωτογραφία…
όχι αυτό το κάδρο,
αλλά η σιωπή του.