Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα θεατρικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα θεατρικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Διάλογος με τη Σκιά #3 — «Μνήμη»

Σκηνικό:

Το φως τρεμοπαίζει, ο αέρας σκίζει τη σιωπή. Ο ουρανός άχρωμος. Μπροστά, κορμοί καμένοι, λεπτοί, σκουρόχρωμοι, λυγίζουν σαν σκιές που αντιστέκονται στη λήθη.

Από το βάθος αναδύεται η Σκιά χωρίς όρια και σχήμα.
Γλιστρά ανάμεσα στα δέντρα. 

Κανείς δεν είναι ακίνητος.

(Η Σκιά ψιθύρισε κάτι. Ο Διάλογος ξεκινά…)


Πρόσωπα:

  • Εγώ
  • Η Σκιά του Δάσους



Εγώ:
Σε βλέπω να κινείσαι, αλλά ξέρω πως δεν υπάρχεις.
Είσαι μόνο ίχνος και αποτύπωμα μιας ανάσας αρχέγονης που πέρασε και δεν ξαναγύρισε.
Αυτά τα δέντρα δεν έχουν φύλλα, μα ακόμη μοιάζουν να θροΐζουν.
Είναι οι φλόγες που τα έγλειψαν, ή ο άνεμος που προσπαθεί να θυμηθεί τη μορφή τους;

Η Σκιά:
Είμαι η μνήμη τους.
Εγώ θυμάμαι τα κλαδιά πριν γίνουν στάχτη.
Θυμάμαι το βάρος της ζωής, όταν ακόμη υπήρχε.
Τώρα απλώς πάλλομαι με τον αέρα, δεν έχω ρίζες μα έχω τον Παλμό.

Εγώ:
Φωτογράφισα τη σιωπή σου.
Πέρασα ανάμεσα σας σαν ξένος, μα ένιωσα το βλέμμα σου πάνω μου.
Ήσουν εκεί, στο θάμπωμα της κίνησης, με φώναξες στο μισό δευτερόλεπτο πριν πατήσω το κουμπί.
Ήσουν η στιγμή που δεν κατέγραψα ποτέ.

Η Σκιά:
Και γι’ αυτό υπάρχω μέσα στη φωτογραφία.
Δεν είμαι το φως, είμαι το υπόλοιπό.
Εσύ με είδες, μα δεν αντέχουν όλοι 
να αισθανθούν πως είναι να ξεχνάς το φως.

Εγώ:
Είναι παράξενο. Όσο περισσότερο κοιτάζω, τόσο περισσότερο νιώθω να κινούμαι κι εγώ.
Σαν να με τραβάει η φωτογραφία προς τα μέσα της.
Οι σκιές σου λυγίζουν μα δεν πέφτουν.
Μοιάζουν με ψυχές που δεν έφυγαν, που περιμένουν.

Η Σκιά:
Δεν περιμένουμε τίποτα.
Μόνο τη φωτογραφία σου να μας θυμάται.
Αιωνιότητα, όχι σαν δάσος, αλλά σαν αίσθηση.
Τώρα είμαστε χρόνος.
Εσύ μας έκανες φως που σβήνει αργά, χωρίς να πεθαίνει.

Εγώ:
Ίσως αυτή να είναι η αλήθεια της φωτογραφίας.
Δεν σώζει το φως, σώζει τη φθορά του.
Δεν κρατά τη ζωή, κρατά την απουσία της, πριν φύγει.
Και μέσα της εσύ, Σκιά, ανασαίνεις ξανά.

Η Σκιά:
Κάθε φορά που με κοιτάζεις, αναπνέω.
Κάθε φορά που με ξεχνάς, σιωπώ.
Κράτα με λοιπόν με μνήμη.
Εκεί κατοικώ αληθινά.



Σημείωση της φωτογράφου

Αυτή η φωτογραφία τραβήχτηκε λίγο μετά από μια μεγάλη φωτιά στην Βόρεια Εύβοια το 2021.
Ο άνεμος φυσούσε δυνατά, και τα δέντρα έμοιαζαν να κινούνται ακόμα, σαν να μην είχαν αποδεχτεί την απώλεια.
Ήθελα να τα αποτυπώσω όχι όπως ήταν, αλλά όπως ένιωθαν.
Ίσως αυτό να είναι το μόνο που μπορεί να κάνει η φωτογραφία, να συνομιλήσει με τη σκιά, πριν τη χάσει.















Διάλογος με τη Σκιά #1 — «Ίχνος»

«Ίχνος»

Σκηνικό:
Ένα ακίνητο κομμάτι ξύλο ξεβρασμένο στην ακτή. Ο αφρός του κύματος το αγκαλιάζει ρυθμικά. Ο ήλιος χαμηλώνει, αφήνοντας μακριές σκιές που σβήνουν πάνω στο νερό.

Πρόσωπα:

  • Εγώ
  • Η Σκιά








Εγώ:
Σε κοιτάζω και νιώθω ένα βάρος.
Είσαι απλώς ένα κομμάτι ξύλο, ξεβρασμένο από τα κύματα
κι όμως, πάνω σου κουβαλάς τη μνήμη μιας διαδρομής.
Από το δάσος, στη ρίζα της γης, ώσπου η θάλασσα σε πήρε μαζί της.
Τώρα στέκεσαι εδώ, ανάμεσα στη ροή και τη φθορά.

Η Σκιά:
Δεν είμαι απλώς η σκιά του ξύλου.
Είμαι η ηχώ της πορείας του.
Κάθε αυγή με μικραίνει, κάθε δύση με απλώνει 
κι όμως, μένω δίπλα του χωρίς να το αγγίζω.
Νιώθω τη σιωπή του σαν ψίθυρο που ταξιδεύει μέσα μου.

Εγώ:
Σαν να λέει: «Ήμουν κάποτε ζωντανό».
Η επιφάνειά του μοιάζει να αναπνέει.
Οι ρωγμές του είναι φλέβες γεμάτες αλμύρα και χρόνο.
Κι εσύ, Σκιά, του χαρίζεις σχήμα ξανά 
τον κάνεις να υπάρχει, μέσα στο φως που σβήνει.

Η Σκιά:
Το φως με γεννά, μα το σκοτάδι με θρέφει.
Εγώ υπάρχω για να θυμίζω τα όρια 
πού τελειώνει το σώμα, πού αρχίζει η απουσία.
Εσύ φωτογραφίζεις αυτά τα όρια,
μα πες μου… τι θέλεις στ’ αλήθεια να κρατήσεις;
Το ξύλο; Το κύμα; Ή τη στιγμή πριν χαθεί;

Εγώ:
Ίσως θέλω να σταματήσω τη φθορά.
Να κρατήσω τον χρόνο πριν βουλιάξει στη θάλασσα.
Όμως η φωτογραφία δεν είναι σωτηρία, είναι εξομολόγηση.
Μια προσπάθεια να πω: «Υπήρξες. Σε είδα.»

Η Σκιά:
Κι εγώ;
Με βλέπεις, μα ποτέ δεν με φωτογραφίζεις όπως είμαι.
Είμαι πάντα κάτι άλλο, πότε περίγραμμα και πότε ίχνος.
Δεν έχω μορφή δική μου.
Υπάρχω μόνο γιατί υπάρχει το φως
κι εκείνο, μόνο γιατί υπάρχει το σκοτάδι.

Εγώ:
Ίσως αυτό να είναι η ουσία της φωτογραφίας μου.
Να συνομιλώ με ό,τι δεν μπορεί να κρατηθεί.
Να αγγίζω τη σιωπή, τη σκιά, την ανάσα που φεύγει.
Αυτή η εικόνα δεν είναι τεκμήριο, είναι διάλογος.
Διάλογος ανάμεσα στο φως και στο σώμα που αντιστέκεται στο κύμα.

Η Σκιά:
Κι εγώ είμαι η μάρτυρας αυτού του διαλόγου.
Βλέπω το κύμα να αγγίζει το ξύλο χωρίς να το νικά.
Βλέπω τον ουρανό να καθρεφτίζεται πάνω του,
μια ηρεμία αιώνια.

Εγώ:
Όλα χάνονται, Σκιά.
Το ξύλο θα σαπίσει, το κύμα θα το πάρει,
η φωτογραφία θα ξεθωριάσει.

Η Σκιά:
Μα όσο υπάρχει κάποιος που κοιτάζει,
τίποτα δεν χάνεται στ’ αλήθεια.
Η στιγμή είναι η αφήγηση,
κι η εικόνα ο καθρέφτης της.
Εσύ με δημιούργησες,
όπως δημιούργησες και το φως που με γεννά.

Εγώ:
Τότε ας μείνουμε λίγο ακόμη εδώ,
στην άκρη, στο κύμα.
στην αιώνια σιωπή.
Εσύ, εγώ, το ξύλο και η θάλασσα.
Κανείς δεν χρειάζεται να μιλήσει.
Μόνο να αναπνέει η εικόνα.

Η Σκιά:
Ίσως αυτό να είναι η αληθινή φωτογραφία…
όχι αυτό το κάδρο,
αλλά η σιωπή του.